Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ | THE VOICE OF WITNESSES
Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ
THE
VOICE OF WITNESSES
HEROES OF THE FAITH
24 / 8 / 2026
Φίλοι
μου, για ένα χρονικό διάστημα θα θυμηθούμε κάποιους Μάρτυρες Πίστεως άντρες, ή
γυναίκες που έφυγαν από την ζωή, αφήνοντας πίσω τους ένα αποτύπωμα της ζωής
τους με τον Χριστό μεγάλης κλίμακας και επηρέασαν τη ζωή πολλών εκατοντάδων
ανθρώπων από το σώμα της Εκκλησίας του Θεού.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΤΡΑΤΗΣ
Κατάγομαι
από το νησί Άνδρος, συγκεκριμένα από το χωριό "Κουρέλι" των πέρα
χωρίων, της κοινότητας Μεσαριάς. Γεννήθηκα τον Ιανουάριο του 1902 σε αγροτική
οικογένεια.
Ο πατέρας μου, Δημήτριος Μιχαήλ Στρατής.
Προ πολλών χρόνων πριν τη γέννηση μου, ο
πατέρας μου είχε γίνει ιερέας. Ήταν λειτουργός στα χωριά Κουρέλι και Σάσα. Η
μητέρα μου Αθηνά το γένος Γεωργίου Δούκισσα.
Απέκτησαν πολυμελή οικογένεια (11 παιδιά). 1ος: Γεώργιος, 2ος: Μιχάλης. 3η: Άννα,
4ος: Ανδρέας (2 ετών έπεσε από
μια σκάλα και σκοτώθηκε), 5η: Φραγκούλα,
6ος: Ανδρέας (το 1913 πήγε στρατιώτης στον Ελληνοβουλγαρικό πόλεμο και
σκοτώθηκε στη μάχη Λαχανά), 7η:
Μίνα, 8ος: Λεωνίδας,
9η και 10ος: Μαρίκα δίδυμη με αγόρι τον Νίκο ο οποίος 6 μηνών
πέθανε, 11ος: Νίκος (εγώ).
Κατά την
παιδική και νεανική μου ηλικία εκμεταλλεύτηκε ο διάβολος την άγνοια μου και με
έριξε χαμηλά, μέσα στο βούρκο της αμαρτίας. Κι αυτό γιατί οι γονείς τότε δεν
ήξεραν να διαπαιδαγωγήσουν τα παιδιά τους με το θέλημα του θεού.
Τον
Ιανουάριο του 1907 είχε βαρυχειμωνιά και είχαν αποκλειστεί όλα τα χωριά και
όλοι οι δρόμοι από το χιόνι. Τα σπίτια ήταν κατασκευασμένα από χώμα, με
ταράτσες και αυλές που έπρεπε να ξεχιονιστούν για να μη στάζουν. Έτσι ο πατέρας μου βγήκε για να
ξεχιονίσει. Αφού καθάρισε την αυλή,
ανέβηκε και στην ταράτσα. Κάποια στιγμή
όμως γλύστρησε και έπεσε κάτω στην αυλή, με αποτέλεσμα να σπάσει η μέση του και
να μείνει παράλυτος για το υπόλοιπο της ζωής του (16 χρόνια). Το Σεπτέμβριο του
1922 απέθανε.
Πήγα στο σχολείο του χωριού
όπου έκανα 7 χρόνια και μετά άλλο 1 στο σχολαρχείο της χώρας. 14 χρονών
τέλειωσα το σχολείο. Ήμουν καλός μαθητής, και αγαπούσα το σχολείο. Μετά το
ατύχημα όμως του πατέρα μου αναγκάστηκα να σταματήσω τις σπουδές μου και να βγω
στο μεροκάματο, για να συντηρήσω την οικογένεια μου.
Εργάστηκα
στην Άνδρο από το 1915-1920 σε οικοδομές, θερισμό, αγροτικές δουλειές,
σκαψίματα κ.λ.π. Ήταν σκληρές, χειρονακτικές δουλειές. Εργαζόμουν 12 ώρες τη
μέρα κι έπαιρνα δύο δραχμές μεροκάματο. Υπήρχε μεγάλη φτώχεια εκείνα τα χρόνια και η ζωή ήταν πολύ
δύσκολη.
Το 1920
όταν ήμουν πια 18 χρονών αναγκάστηκα να γίνω ναυτικός. Ταξίδευα με μικρά
βαπόρια εντός ακτοπλοίας μέχρι το 1922, γιατί ήμουν στρατεύσιμος και δεν
επιτρεπόταν να φύγω στο εξωτερικό. Τον
Οκτώβριο του 1922 με κάλεσε η πατρίδα να υπηρετήσω στο πολεμικό ναυτικό. Ήμουν
για 2 χρόνια στο θωρηκτό Αβέρωφ. Εκεί με επισκέφτηκε ο Κύριος. Ένας συνάδελφος είχε την Αγία Γραφή και την
μελετούσε καθημερινά. Του την ζητούσα τακτικά και διάβαζα κι εγώ, ώσπου μια
μέρα μου λέγει:
"φίλε
γιγνώσκεις α αναγιγνώσκεις;"
"Ναι"
του απαντώ "τα γνωρίζω, τα έχω διδαχθεί όλα στο σχολείο."
"Δεν πειράζει" μου λέει "επειδή σε βλέπω πως
αγαπάς το λόγο του θεού, σου χαρίζω το βιβλίο αυτό."
Το δέχτηκα με πίστη ως Λόγο θεού, με πόθο να γνωρίσω την αλήθεια, τον Χριστό, το θέλημα του θεού και να ζήσω με αυτό. Ο Κύριος είδε αυτόν τον πόθο της καρδιάς μου και με επισκέφτηκε. Άνοιξε τα μάτια της ψυχής μου και είδα το φως το δικό Του, την αλήθεια. Είδα την βρωμιά μου, ότι ήμουν ένας άθλιος αμαρτωλός. Μου έδειξε μέσα από τη Γραφή το δρόμο του Γολγοθά, τον Σωτήρα Χριστό που πέθανε για μένα και έτρεξα εκεί με μετάνοια και πίστη. Εξομολογήθηκα τις αμαρτίες μου και Του ζήτησα να με σώσει και με έσωσε.
Από τότε ξεκίνησε η πνευματική μου ζωή. Βέβαια ήμουν βραδυπορούντος για 14
χρόνια, γιατί δεν ήξερα κανέναν χριστιανό για να με συμβουλέψει, μέχρι το 1937.
Όταν
απελύθηκα το Δεκέμβριο του 1924 συνέχισα το ναυτικό επάγγελμα. Ταξίδευα σε
Ευρώπη και Αμερική, Βόρεια και Νότια. Στο διάστημα αυτό είχα πάντα μαζί μου την
Αγία Γραφή και τη μελετούσα.
Το 1927
μπαρκάρισα με το υπερωκεάνιο "Βύρων" όπου και εργαζόμουν για 7
μήνες. Στο ταξίδι όμως αυτό συνέβηκε ένα
επεισόδιο, στεναχωρήθηκα πολύ και δραπέτευσα στη Νέα Υόρκη. Ήμουν λαθραίος στην
Αμερική γιατί δεν επιτρεπόταν η μετανάστευση. Έμεινα 3 χρόνια ακριβώς και
εργαζόμουν κυρίως σε ξενοδοχεία. Έμεινα λίγο καιρό στη Νέα Υόρκη, μετά πήγα στο
Νιου Τζέρσευ όπου και εργάστηκα τον περισσότερο καιρό. Εν τω μεταξύ μου άρεσε η
χώρα και ήθελα να μείνω μόνιμα. Ήθελα να παντρευτώ, βρήκα μια συγγενή μου (β' εξαδέλφη) και τη ζήτησα, με τον γαμπρό μου Μπαφαλούκο. Οι γονείς της όμως δεν
το πήραν σοβαρά και το αμέλησαν. Μετά
από μια βδομάδα με κυνήγησαν οι αμερικάνικες αρχές γιατί κάποιοι με πρόδωσαν.
Πήγα με το θείο μου στο Ελληνικό προξενείο παρουσίασα τα χαρτιά μου και εκεί
μου εκδώσαν διαβατήριο. Έτσι έφυγα για
την Ελλάδα με το "Βύρων" ως κανονικός επιβάτης.
Το
Δεκέμβριο του 1931 επέστρεψα στην Ελλάδα, στην Άνδρο, στο χωριό. Εκεί ζήτησα να
παντρευτώ και να αποκατασταθώ. Ήμουν πια 31 χρονών. Η αδερφή μου Μίνα με την
κουνιάδα μου Μεγαλουσιάνα Κοντορούση, μου προξένεψαν την Κατίνα. Εκείνο τον
καιρό βρισκόταν στην Αίγυπτο όπου εργαζόταν επί 7 χρόνια. Την ήξερα από μικρό κορίτσι στο σχολείο. Μου
έδωσαν μια φωτογραφία της και τα συμφωνήσαμε με την οικογένεια της. Το 1932
ήρθε στην Άνδρο. Δέχτηκε, τα φτιάξαμε και στις 27 Ιουλίου κάναμε τους γάμους.
Εν
τω μεταξύ είχα αγοράσει ένα κτήμα τον Άγιο Βασίλειο" και εκεί κτίσαμε τη
φωλιά μας, όπου και δημιουργήσαμε την οικογένεια μας. Ο Θεός μας χάρισε το
πρώτο παιδί (κόρη) την Αθηνά και αργότερα δεύτερη τη Βασιλική.
Το 1936 η
Κατίνα αρρώστησε βαριά με πνευμονία επί 12 μέρες, η οποία ήταν θανατηφόρα.
Εκείνη την εποχή είχαν πεθάνει πολλοί από αυτή την αρρώστια. Καθημερινά πήγαινα
και άναβα καντήλια στο εκκλησάκι Αγ. Βασίλειος. Κυλιόμουνα στο πάτωμα
προσκυνούσα εικόνες και παρακαλούσα τον Κύριο να την θεραπεύσει. Με τη χάρη του
θεού γιατρεύτηκε, αλλά επειδή δεν υπήρχαν τα κατάλληλα φάρμακα, δεν καθαρίστηκε
καλά και της έμεινε το βρογχικό άσθμα σε όλη της τη ζωή.
Μετά από αυτό το γεγονός είχαμε οικονομικές δυσχέρειες. Πήρα δάνειο, αλλά επειδή χρήματα δεν βγαίναν εύκολα, αναγκάστηκα να μπαρκάρω πάλι. Πέρασε από την Άνδρο ένα φορτηγό-πλοίο και φρόντισα να φύγω με αυτό, όπου και εργάστηκα για 19 μήνες. Μέσα στο πλοίο είχα πολύ χρόνο διαθέσιμο. Εργαζόμουν 8 ώρες τη μέρα και καθόμουν 16.
Τον χρόνο που διέθετα έκανα διάφορες προσωπικές δουλειές. Κάθε
μέρα όμως μελετούσα την Αγία Γραφή. Ο λόγος του Θεού άναψε φλόγα μέσα στην
καρδιά μου και όσο περνούσε ο καιρός, η φλόγα αυτή φούντωνε και έγινε
πυρκαγιά. Έδινα συνεχώς μαρτυρία μέσα
στο καράβι. Δυο φορές με κάλεσαν οι αξιωματικοί στο σαλόνι, όπου τους μίλησα
για το λόγο του θεού. Τον Δεκέμβριο του 1939 ξεμπαρκάρισα στο Βέλγιο (Αμβέρσα).
Επέστρεψα σιδηροδρομικώς μέσω Γαλλίας, Ιταλίας στο Πρίντεζι. Από κει πήρα
καράβι για Πειραιά και μετά Άνδρο.
Στο σπίτι
είχαμε πολλές χαρές. Είχα ήδη δυο κορίτσια. Το 1939 η Κατίνα έμεινε έγκυος αλλά
απέβαλε. Λίγο καιρό αργότερα ξαναέμεινε και τον Μάιο γέννησε τον Δημήτρη. Εν τω
μεταξύ όλο το 39, 40 ,41 είχαμε κάθε βράδυ μελέτη και διδαχή της Αγίας Γραφής.
Μεταξύ άλλων τους έλεγα πως οι εικόνες είναι είδωλα και πως πρέπει να τις κάψω.
Ο Κύριος με είχε αλλάξει πολύ τότε. Από εικονολάτρης είχα γίνει εικονομάχος. Η
μητέρα μου όμως Αθηνά, την οποία είχα πάντα κοντά μου, έλεγε να μην το κάνω
αυτό, γιατί θα φύγει από το σπίτι. Την σεβάστηκα και δεν το έκανα. Τον Οκτώβριο
του 1941 αρρώστησε με εγκεφαλικό και σε μια βδομάδα έφυγε από τη ζωή.
Ήταν
Γερμανική κατοχή και συντηρούσαμε 3 οικογένειες από το κτήμα. Κάθε μέρα όμως
ερχόταν αρκετός κόσμος και ζητιάνευε για λίγο φαγητό και βοηθούσαμε το κατά
δύναμη. Είχα κοντά μου τα ανίψια μου
Λευτέρη Στρατή και Νόρα Παπαδάκη. Η Νόρα
βοηθούσε στο σπίτι τη γυναίκα μου, που έπασχε από άσθμα και αρθριτικά. Με τον
Λευτέρη δουλεύαμε σκληρά στο χωράφι.
Τον
Μάρτιο του 1942 αρρώστησα και έμεινα σπίτι
και μελετούσα τον λόγο του θεού.
Εξερευνούσα το θέμα των εικόνων όπου αναφέρεται σχετικά στον Ησαία ΜΔ
κεφ. Μια στιγμή ακούω μια φωνή να μου λέει: "Τι κάθεσαι;" Σηκώθηκα
κατευθείαν πήρα ένα τσουβάλι, πήγα στο εικονοστάσι, τις μάζεψα, τις έβαλα στο
φούρνο, τις έβαλα φωτιά και τις έκαψα. Ακριβώς την ώρα εκείνη με πρόλαβε η Κατίνα.
"Τι κάνεις εκεί;"
μου φώναξε. "Στην αρχαιότητα ήταν ο Θεόφιλος Καΐρης εικονομάχος, τώρα
είσαι συ;" Ενώ την είχα κατηχήσει και είχε συνειδητοποιήσει ότι ήταν
είδωλα, δεν περίμενε να γίνουν πράξεις.
Στεναχωρήθηκε πολύ. Τραβούσε τα μαλλιά της και φώναζε "θα μας κάψει."
Το είπε στην αδερφή μου Άννα Παπαδάκη και διαδόθηκε στον κόσμο. "Πάει ο Στρατής τρελάθηκε" ακούστηκε.
Ένας
ανιψιός μου είπε: "που βρέθηκε αυτός ο αντίχριστος μέσα στην οικογένεια
μας."
Μας είπανε
μασόνους, άλλοι χιλιαστές, άλλοι ότι αλλαξοπιστήσαμε. Είπανε πολλά!
Από κει και πέρα ο Κύριος με ενίσχυσε.
Είχαμε μελέτη κάθε βράδυ με τον αδερφό μου Μιχάλη και τα παιδιά του και προχωρήσαμε στην πίστη. Άρχισα να δίνω μαρτυρία και στα άλλα αδέλφια στο χωριό. Το '45 με την απελευθέρωση φύγανε οι Γερμανοί και Ιταλοί.
Τότε ένας
πρώτος ξάδερφος μου τον οποίο είχα στεφανώσει και του είχα βαφτίσει το παιδί,
επέστρεψε στην Άνδρο. Ως ναυτικός που ήταν έμεινε στην Αμερική φοβούμενος τους
τορπιλισμούς. Είπα στην Κατίνα να πάμε να τον καλωσορίσουμε. Έτσι την Κυριακή
το πρωί πήγαμε εκκλησία όπου λειτουργούσε ο αδερφός μου παπά-Λεωνίδας, για να
τον δούμε. Μετά στο σπίτι του μου είπε πως όταν έφυγα από την Αμερική,
γνωρίστηκε με τους γονείς της κοπέλας που είχα ζητήσει. Του είπαν πως
μετάνιωσαν πολύ για την παράληψη τους, που με άφησαν και έφυγα.












Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου