Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ | THE VOICE OF WITNESSES

 




Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

THE VOICE OF WITNESSES

HEROES OF THE FAITH

31 / 8 / 2026

 

Φίλοι μου, για ένα χρονικό διάστημα θα θυμηθούμε κάποιους Μάρτυρες Πίστεως άντρες, ή γυναίκες που έφυγαν από την ζωή, αφήνοντας πίσω τους ένα αποτύπωμα της ζωής τους με τον Χριστό μεγάλης κλίμακας και επηρέασαν τη ζωή πολλών εκατοντάδων ανθρώπων από το σώμα της Εκκλησίας του Θεού.

 



 

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΤΡΑΤΗΣ (1902-1994)

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

 

 

Το 1947 ήρθε η κόρη του αδερφού μου Μιχάλη, η Αθηνά Στρατή με τον αρραβωνιαστικό της και τους φιλοξένησα.  Στο τραπέζι, τους είπα πως στην Αθήνα υπάρχουν ευαγγελικές εκκλησίες, όπου μπορούνε να φωτιστούνε. Ο αρραβωνιαστικός της Δημήτρης Κολυδάς είπε πως τους ήξερε. Στο Μαρούσι απέναντι του, έμενε κάποιος μανάβης Ανδρέας Κοκολάκης, που ήταν ευαγγελικός. Έτσι του είπε πως είχε ένα θείο στην Άνδρο που αγαπά το ευαγγέλιο και του ζήτησε φυλ­λάδια για να μου στείλει. Ο Ανδρέας πήρε τη διεύθυνση μου και την έδωσε στην Ματίνα Αποστολίδου, η οποία μου έστειλε το πρώτο γράμμα. Συνεχίσαμε τακτική αλληλογραφία, μια φορά τη βδομάδα επί 2-3 χρόνια χωρίς προσωπική γνωριμία.  Βέβαια ήταν επιφυλακτική, δεν μου φανερωνόταν πολύ. Αλλά τότε ήμουν ήδη οικοδομημένος.

Από το ‘45 ήμουν ψάλτης στις Μένητες και από το ‘47 και στη Μεσαριά. Το 50 ενώ ήμουν ακόμα στην εκκλησία, έβλεπα ότι δεν μπορούσα άλλο, να ψέλνω τις πρεσβείες της Θεοτόκου και παρακαλούσα τον Κύριο να με ελευθερώσει. Έτσι την Δευτέρα του Πάσχα δήλωσα παραίτηση στον παπά της εκκλησίας και στην επιτροπή. Πήγα αμέσως στο σπίτι, σαμάρωσα το γαϊδούρι και έφυγα σε ένα άλλο χωριό. Έμεινα όλη μέρα σε κάποιον γνωστό μου, για να αποφύγω τα σχόλια και τις ερωτήσεις. Αφού βασίλεψε ο ήλιος γύρισα σπίτι. "Που ήσουν" με ρωτούσε η Κατίνα. "Ο παπάς σε έψαχνε όλη μέρα." Πριν τελειώσουμε τη συζήτηση ξαναήλθε ο παπάς.

"Που ήσουν; Γιατί έφυγες το πρωί; Γιατί δήλωσες παραίτηση;" Και του απαντώ: "Ένεκεν τις ασελγούς διαγωγής των ανόμων."

"Εμείς θα φτιάξουμε τον κόσμο.." μου λέει.

"Δεν ξέρω ποιος, αλλά φρόντισε να βρεις αντικαταστάτη γιατί εγώ θα φύγω."

"Γιατί το κάνεις αυτό;"

"Σου απάντησα" του λέγω.

 

 

 


 

"Δεν μπορεί" επέμενε, "κάτι άλλο είναι." "Γιατί να σου πω και να χαλάσουμε τις καρδιές μας" "Όχι, πες μου" Και τον ρωτώ "δεν μου λες, το ευαγγέλιο τι θέση κατέχει στην εκκλησία;"

Δεν απαντούσε. Τον ξαναρώτησα, μα πάλι δεν απάντησε και τότε απάντησα εγώ.

"Πιστεύω πως το ευαγγέλιο πρέπει να κατέχει την πρώτη θέση μέσα στην εκκλησία."

"Βέβαια" μου λέει "ο Χριστός."

"Τότε η εκκλησία γιατί δεν το ακολουθεί;"

"Βέβαια το ακολουθεί." μου απαντά.

"Όχι, δεν το ακολουθεί. Το ευαγγέλιο λέει: έξι μέρες εργάζου και ποιήσεις πάντα τα έργα σου. τη δε ημέρα τη εβδόμη Σάβ­βατο Κυρίου του θεού σου μην κάνεις ουδέν έργον." (Έξοδος 4ο κεφ.) "Εσείς έχετε γιορτές και πανηγύρια κάθε μέρα.

"Τι είναι αυτά" μου λέει και ξεσπά σε κλάματα. "Παιδί μου άφησε τα αυτά και να έρχεσαι στην εκκλησία."

"θα έρχομαι ώσπου να φέρεις αντικαταστάτη."

"Όχι" επέμενε  "για πάντα."

"θα δω τι θα μου πει ο Κύριος να κάνω" είπα και έφυγε. Πήγα μια Κυριακή ακόμα σε ένα παρεκκλήσι, δεν έφεραν αντικαταστά­τη και μόλις τελείωσε η λειτουργία έφυγα. Μόλις κατέβηκα στον δρόμο, συνάντησα τον επίτροπο στον οποίο δήλωσα παραίτηση και τον ρώτησα γιατί δεν έφερε αντικαταστάτη. Ο παπάς του είχε πει πως τα συμβιβάσαμε. Τον διαβεβαίωσα πως όχι και να φροντίσει γρήγορα γιατί θα τους παρατήσω. Είχα βάλει την πανοπλία του Θεού τότε. Κανένα δεν υπολόγιζα, ούτε τον εαυτό μου. Πράγματι την άλλη Κυριακή έφεραν και έτσι δεν ξαναπήγα στην εκκλησία. Λίγες μέρες όμως μετά ο παπάς μου έστειλε τον Μιχάλη Δούκισσα. "Ξέρεις" μου λέει "ο παπάς ρωτάει μήπως μετανόησες και θες να επιστρέψεις στην εκκλη­σία."

"Όχι" του απαντώ "δεν μετανόησα, κάνει λάθος. Έφυγα οριστι­κά και αμετάκλητα."

Στο σπίτι είχαμε δυσκολίες. Η κυρά-Κατίνα ανησυχούσε.

"Τι θα κάνουμε" έλεγε, "θα κλείσουμε το σπίτι μας; Έχουμε κορίτσια, πως θα τα παντρέψουμε;"

"Μα" της λέω "δεν το κλείνουμε. Το σπίτι μας είναι ανοικτό για όλους. Εμείς δεν θα πηγαίνουμε πουθενά. Έχουμε έναν παντοδύναμο πατέρα που θα φροντίσει για όλα, για τα κορίτσια, για τα πάντα."

Τον πρώτο χρόνο στις γιορτές, στο νέο έτος ήρθαν όλοι οι χωριανοί στο σπίτι μας να μας χαιρετήσουν, εμείς δεν πήγαμε που8ενά. Τον δεύτερο ήρθαν μόνο οι συγγενείς. Τον τρίτο κανείς. Αυτό ποθούσα και εγώ γιατί δεν πήγαινα πουθενά. Με το δίκοπο μαχαίρι του Θεού τα έκοψα όλα. Ξεχωρίστηκα από τα ήθη και τα έθιμα του κόσμου, γιατί μόνο έτσι μπορούσα να σταθώ.

Άρχισα να γυρίζω τα χωριά και να δίνω μαρτυρία. Μοίραζα φυλλάδια και ευαγγέλια. Κάθε Κυριακή και τις μεγάλες γιορτές των ορθοδόξων δεν δούλευα για να μην τους σκανδαλίσω. Αλλά γύριζα στους συγγενείς, σε γνωστούς και γενικά όπου είχα το θάρρος και έδινα μαρτυρία.

Τον Οκτώβριο του 1950 πήγα στην Αθήνα για δική μου εργασία.

 




 


Πήγα κατευθείαν στο Μαρούσι στη διεύθυνση της Ματίνας Αποστολίδου. Αυτή ήταν και η πρώτη μου προσωπική γνωριμία με ευαγγελικό. Αφού συζητήσαμε, μου έδωσε μια κάρτα με τη διεύθυνση Αμαλίας 50 και με έστειλε στον Κυριακάκη. Χτύπησα και άνοιξε η γυναίκα του Μαρίκα. Συστήθηκα και κάθισα να περιμένω. Όταν ήρθε δώσαμε γνωριμία και συζητήσαμε. Μου έδειξε την εκκλησία και αφού είδα ότι πιστεύουν τα ίδια το ευαγγέλιο, αποφάσισα να ενωθώ μαζί τους. Το ‘51 πήγα πάλι στην Αθήνα για να με εξετάσει το πρεσβυτέριο. Συγκεκριμένα, ο πρεσβύτερος Σταύρος Τζιώτης μου είπε: "λίγα άκουσα και πολλά κατάλαβα." Με εδέχθηκαν ως κανονικό μέλος της εκκλησίας. Από τότε άρχισε η "εκκλησία" να έρχεται στην Άνδρο. Ο Κυριακάκης, η Ματίνα Αποστολίδου, ο πρεσβύτερος Βάσης με την κόρη του Μαίρη. Ερχόντουσαν -όχι τακτικά- 2-3 φορές το χρόνο.

Ξεκινήσαμε συνάθροιση εκεί. Ο αδερφός μου, η γυναίκα του, τα παιδιά μας και έτσι συγκροτήθηκε η ομάδα. Τον άλλο χρόνο προστέθηκε και ο Στάμος με την οικογένεια του. Ανελλιπώς κάθε Κυριακή είχαμε κατ οίκον εκκλησία στο σπίτι μου, από το ‘51-‘80. Με τη χάρη του Κυρίου διακονούσα εγώ. 2-3 φορές το χρόνο που ερχόταν ο Κυριακάκης κάναμε κοινωνία.

Η μαρτυρία μου δραστηριοποιήθηκε από τότε. Μετά τη λατρεία έπαιρνα το ζώο και γυρνούσα σε όλα τα χωριά του δήμου Άνδρου μέχρι και το δήμο Κορθίου.

Όμως οι παπάδες του χωριού δυσαρεστήθηκαν με το έργο μου και ξεκίνησαν διωγμό εναντίον μου. Ο μητροπολίτης Φειλάρετος της Σύρου διέταξε τον επισκοπικό επίτροπο περιφερείας Άνδρου να μας καλέσουν για ανακρίσεις. Έτσι πήγαμε -ο αδερφός μου και εγώ- στο σπίτι του επιτρόπου Βεντούρη, στη Χώρα, ενώ κανονικά δεν έπρεπε, γιατί δεν είχαν το δικαίωμα. Πρώτος ανακρίθηκε ο αδερφός μου. και μετά εγώ. Η πρώτη ερώτηση ήταν:

"κύριε Στρατή είστε ευαγγελικός;"

"Ναι" απαντώ.

"Πρόσεξε, γιατί σε παρακολουθούμε με το τηλεσκόπιο."

"Γιατί;" ρωτώ.

"Γιατί κάνεις προπαγάνδα και προσηλυτισμό." Και τότε τους απάντησα "Κακώς σας πληροφόρησαν. Να σας πω εγώ ο ίδιος τι κάνω. Με αυτούς που συναναστρέφομαι, με τα αδέλφια μου, αντί να χαρτοπαίζουμε και να μεθάμε, μελετάμε την Αγία Γραφή και εξερευνούμε τη Σωτηρία μας." Τότε μου είπαν για δεύτερη φορά "Πρόσεξε γιατί σε παρακολουθούμε...."

"Κάντε ότι θέλετε" του λέω "γιατί ο Χριστός που έχει κατοικήσει στην καρδιά μου δια πίστεως, με ενέδυσε με την πανοπλία του Θεού και δεν φοβάμαι κανέναν. Δόξα εις το Άγιο Όνομα Του Κυρίου."

Αφού τελείωσε η ανάκριση -δεν ενθυμούμαι ακριβώς όλες τις ερωτήσεις- με ρωτάνε πάλι.

"Τους αγίους δεν τους πιστεύετε;"

"Βεβαίως τους πιστεύουμε, είναι άγιοι. Το ευαγγέλιο δεν τους απορρίπτει, τους έσωσε ο Ιησούς Χριστός. Τους πιστεύουμε όμως ως μάρτυρες Χριστού και όχι ως μεσίτες που τους έχετε εσείς. Ο Θεός δεν χρειάζεται μεσάζοντες." Και οι δυο παπάδες που τελούσαν την ανάκριση δεν μου είπαν λέξη.

Μάλιστα ένας είπε μια μέρα στο εκκλησίασμα του: "Αυτούς να τους προσέχετε, είναι πολύ καταρτισμένοι."

Εν τω μεταξύ στο σπίτι είχα προβλήματα γιατί η σύζυγος μου δεν είχε στερεωθεί στη πίστη, ώστε μια μέρα αναγκάστηκα δυο φορές να της πω: "εάν σας στεναχωρεί η παρουσία μου θα φύγω, θα πάω να βρω τους ομοίους μου και σας τα χαρίζω όλα, το σπίτι, τα χωράφια, όλα..."

Κάποια μέρα ο παπάς του χωριού παπά-Δημήτρης μας κατηγόρησε στην αστυνομία πως είμαστε κομμουνιστές. Η αστυνομία ήρθε και ρώτησε την κοινότητα και τον πρόεδρο αν όντως είμαστε, καθώς και όλα τα γειτονικά σπίτια. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπόρεσε να επικυρωθεί, γιατί από παντού περνάν την ίδια απάντηση: όχι.

Κάθε Κυριακή γύριζα στα χωριά και μαρτυρούσα την πίστη μου στο Χριστό. Όλα αυτά τα χρόνια που ήμουν νέος και μπο­ρούσα, πήγαινα από χωριό σε χωριό και μοίραζα φυλλάδια και ευαγγέλια. Σχετικά αναφέρω δυο περιπτώσεις. Σε κάποιο χωριό υπήρχε ένας ανάπηρος που τον επισκεπτόμουνα τακτικά. Κάθε Κυριακή μετά την πρωινή λατρεία, μες στη ζέστη, μες στο κρύο πήγαινα. Επανειλημμένως του είπα: "πρόσεξε μη με παρεξηγή­σεις, διότι δεν ήρθα εδώ για να σε κάνω ευαγγελικό, η αγάπη του Θεού με φέρνει εδώ να σου πω δυο λόγια να σε στηρίξω και να σε παρηγορήσω." θέλω να πιστεύω ότι η ψυχή αυτή έχει σωθεί.  Ο Θεός ξέρει. 

Άλλη φορά σε μια οικογένεια, είχαν μαζευτεί αρκετοί από το χωριό εκείνο και τους μίλαγα από το λόγο του θεού. Τότε άκουσα κάποιον να λέει "για δες πως μιλάει σαν τους αποστόλους." Και άλλα πολλά περιστατικά μου συνέβησαν στην διακονία αυτή, τα οποία δεν αναφέρω.

Δεν ενθυμούμαι ακριβώς την χρονολογία -ίσως το 1952-όταν είχε έρθει σπίτι ο ιεροκύρηκας Σταύρος Δεληγιαννίδης μαζί με τον αδερφό Βάση, την κόρη του Μαίρη και την αδερφή Ματίνα Αποστολίδου.  Καθήσαμε για το βραδυνό δείπνο στο τραπέζι και πριν αρχίσουμε την προσευχή χτύπησε η πόρτα. Πήγε να ανοίξει η κόρη μου Αθηνά και είδε μπροστά της τον διοικητή της αστυνομίας.  Κατατρόμαξε. Μαζί του ήταν και αρκετοί αστυφύλακες που είχαν κυκλώσει το σπίτι. Όταν μπήκε μέσα τον προσκάλεσα να δειπνήσει μαζί μας. Προχώρησε λίγο χαμογελαστός και με ρώτησε "ποιοί είναι αυτοί."

"Είναι εν Χριστώ αδελφοί από την Αθήνα. Εγώ τους κάλεσα."

"Τις ταυτότητες σας παρακαλώ." Τις έδειξαν και τους ζήτησε το επόμενο πρωί να πάνε στο γραφείο του, στην πόλη. Έτσι και έγινε και παρουσιάστηκαν στο αστυνομικό τμήμα. Τότε ο διοικητής με άγριο τόνο τους είπε:

"Τι θέλετε εδώ, ταράξατε όλο το νησί."

Ο ιεροκήρυκας Δεληγιαννίδης πήρε τον λόγο:

"Εσύ είσαι διοικητής εδώ, αλλά πάνω από σένα υπάρχουν ανώτεροι, θα σε αναφέρω στο υπουργείο γιατί δεν είχες το δικαίωμα να μπεις στο σπίτι με αυτόν τον τρόπο." Βέβαια ο παπάς τον είχε βάλει να το κάνει. Ο διοικητής τότε μαλάκωσε και με πιο ήρεμο τρόπο τους είπε: "κάντε ότι είναι και φύγετε για να ησυχάσει ο τόπος." Έτσι τελείωσε και αυτό το επεισόδιο. Λίγο καιρό αργότερα μας κάλεσε πάλι το ειρηνοδικείο για ανακρίσεις. Τότε ρώτησα τον ειρηνοδίκη αν θα συνεχίσουν ακόμα να μας διώκουν.

 

 


"Πιστεύω ότι τώρα θα πάρει τέλος αυτή η ιστορία" μου απά­ντησε.

Αλλά δεν πήρε. Το ερχόμενο έτος τον Ιούνιο του ‘53 μας κάλεσαν για δίκη στο πρωτοδικείο της Σύρου. Προηγουμένως είχε έρθει ο Κυριακάκης και είχε φέρει νομικό σύμβουλο της εκκλησίας στο δικαστήριο. Είχαμε κατατοπιστεί σχετικά για το τι θα πούμε. Κατηγορούμενοι ήταν: ο αδερφός μου Μιχάλης, ο Αντώνης Στάμος και εγώ. Αφού παρουσιαστήκαμε, ο δικαστής εκκάλεσε τον πρώτο μάρτυρα κατηγορίας. Ήταν ο πρόεδρος της κοινότητας Ιωάννης Στάμος. Τότε ο δικαστής τον ρωτά:

"Είδες αυτούς τους ανθρώπους να γυρνάνε σπίτια και να πληρώνουν τον κόσμο για να τους κάνουν ευαγγελικούς;" (Διότι αυτή ήταν η κατηγορία.)

"Όχι" του απαντά.

"Τους είδες σε κανένα κέντρο να κηρύττουν;"

"Όχι"

Τότε ο δικαστής με θυμό χτύπησε χέρι και πόδι στην έδρα και του λέει:

"Τσακίσου φύγε από μπροστά μου διότι φέρατε άδικα τους ανθρώπους εδώ."

Ήταν και άλλοι μάρτυρες (δεν θυμάμαι ονόματα) και μετά ήρθε η σειρά μας. Πρώτα εξετάστηκε ο αδερφός μου. Τον ρωτάει ο δικαστής:

"Εσύ γέροντα τώρα στα γεράματα έφυγες από την εκκλησία του πατέρα σου;"

"Κύριε δικαστή διαβάζω την Αγία Γραφή και βλέπω ότι τα γραφόμενα της δεν συμφωνούν με αυτά που διδάχτηκα." Και τον Στάμο τα ίδια τον ρώτησαν. Τελευταία και μένα.

"Βάλε το χέρι σου στο ευαγγέλιο. Γιατί έφυγες από την εκκλησία των πατέρων σου;"

"Γιατί η εκκλησία των πατέρων μου δεν ακολουθεί το ευαγγέλιο. Γι αυτό." Ο δικαστής τότε απάντησε:

"Δεν φταίτε εσείς, φταίει το κράτος που δεν βγάζει μορφωμένους ανθρώπους παρά παπαδάκια." Εν τω μεταξύ ο δικηγόρος υπεράσπισης έκανε την αγόρευση και μαζί με τον πρώτο μάρτυρα υπεράσπισης, κατήσχυναν όλους τους κατήγορους. Έτσι έκανε σύσκεψη το δικαστήριο και μας απήλλαξε. Με την χάρη του θεού έληξε και αυτό το γεγονός. Πήγαμε σπίτια μας και συνεχίσαμε τη ζωή μας και το έργο του Κυρίου. Συναθροίσεις κάθε Κυριακή και μαρτυρία συνεχώς στο χωριό.

Είχαμε κάνει πέντε αιτήσεις στο υπουργείο θρησκευμάτων για να δώσει άδεια λειτουργίας εκκλησίας στο νησί. Όμως το υπουργείο τις απέρριπτε διότι έπρεπε να εγκρίνει ο μητροπολίτης της Σύρου, ο οποίος δεν ενέκρινε ποτέ. Έτσι αναγκάστηκε η εκκλησία να κάνει αγωγή στο υπουργείο μέσω του συμβουλίου Επικρατείας. Το υπουργείο γνωρίζοντας πως παρανομούσε, έστειλε έγγραφο στην αστυνομική διοίκηση Άνδρου, να μας ειδοποιήσει ότι στο σπίτι μου είμαστε ελεύθεροι να τελούμε λατρεία. Και Δόξα στο Θεό το σπίτι μου ήταν για περίπου τριάντα χρόνια κατ’ οίκον εκκλησία και φιλοξενούσε τους εκάστοτε εργάτες και αδερφούς.

 

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ, ΕΔΩ:
















Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις